- ὑπέραγνον
- ὑπέραγνοςof surpassing puritymasc/fem acc sgὑπέραγνοςof surpassing purityneut nom/voc/acc sg
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
υπέραγνος — ον, ΜΑ Ο απόλυτα αγνός (α. «οἱ θεοὶ τοῑς ὑπεράγνοις παρακελευόμενοι», Ιούλ. β. «μεγαλύνωμεν τὴν ἀκηλίδωτον καὶ ὑπέραγνον μητέρα τοῡ Ἐμμανουήλ», Κανών Μεγ. Τετ.) … Dictionary of Greek